Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Το Σημειωματάριο της Πανδώρας


__________________________________________________



Χαραλαμπόπουλος Ηλίας


Μετά την καταστροφή

Για τους μεγάλους ηγέτες, ο λαός δεν ξέρει ότι υπάρχουν,
τους μικρότερους ηγέτες, ο λαός τους αγαπά και τους εγκωμιάζει,
τους ακόμα μικρότερους, ο λαός τους φοβάται,
τους ακόμα πιο μικρούς, ο λαός τους μισεί.

Λάο Τσε, Κινέζος φιλόσοφος

Πάει καιρός πια, που ακούμε γύρω μας για καταστροφή. Είτε μελλοντική, αν δεν παρθούν μέτρα, είτε υπαρκτή, λόγω ανέχειας. Μια καταστροφή, με αφορμή τον οικονομικό παράγοντα, την αίσθηση του πλούτου, της αγοραστικής δύναμης που χάνεται, όπως η άμμος μέσα από τη χούφτα, επί της ουσίας όμως, μια καταστροφή που αφορά την απώλεια του οικείου, του γνωστού, φέρνοντας τον ψυχισμό μπροστά στη μεγαλύτερη απειλή: το μέλλον, που εμπεριέχει πάντοτε, συνειδητά ή ασυνείδητα, την πιθανότητα του θανάτου. Τι αποτελεί όμως μια καταστροφή; Στη βιβλιογραφία είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθεί ένας πλήρως αποδεκτός ορισμός. Παρόλα αυτά, ένας ορισμός είναι αναπόφευκτος, εάν θέλουμε να είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε τις καταστροφές και τις συνέπειές τους, τουλάχιστον από την πλευρά της λειτουργίας του ανθρώπινου ψυχισμού.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, «μια καταστροφή αποτελεί μια πολύ σοβαρή ψυχολογική και ψυχοκοινωνική αναταραχή, που υπερβαίνει σε μεγάλο βαθμό, την ικανότητα της επηρεαζόμενης κοινότητας να τη διαχειριστεί».
Συνήθως, χρειάζονται αρκετά πράγματα, ώστε να προκληθεί μια καταστροφή: ένα ασυνήθιστο γεγονός, ικανό να προκαλέσει απώλεια υλικών αγαθών, τον θάνατο προσώπων, την πρόκληση τραυμάτων και πόνου, ή ένα γεγονός, στα πλαίσια του οποίου, η κοινότητα παρουσιάζει έλλειψη επαρκών κοινωνικών δυνατοτήτων, ώστε να αντιδράσει. Αυτό οδηγεί στην ανάγκη για εξωτερική παρέμβαση και υποστήριξη, σε συναισθήματα απειλής και αβοήθητου, με εντάσεις ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες και άτομα, και στην αποδιοργάνωση των δεσμών οι οποίοι ενώνουν τον πληθυσμό και γεννούν την αίσθηση του ανήκειν σε μια κοινωνία.
Οι καταστροφές, όμως, δεν επηρεάζουν μόνο ως αίτιο την κοινωνική λειτουργικότητα. Γιατί, ταυτόχρονα, αποτελούν και το συγκεκριμένο αποτέλεσμα σειράς δεδομένων, τα οποία προκύπτουν από μια κοινωνία που είναι ευάλωτη. Κι αυτό το αποτέλεσμα γίνεται ελάχιστα αντιληπτό, μέχρι τη στιγμή της καταστροφής. Πρακτικά, η καταστροφή δεν αποτελεί τίποτε άλλο, παρά την αποκάλυψη μιας σειράς προηγούμενων αποτυχιών.
Οι καταστροφές, ιστορικά, αποτελούν πάντοτε μια βολική ευκαιρία για να καταδειχθούν διάφοροι υπεύθυνοι ως αποδοπομπιαίοι τράγοι, αλλά και να γίνουν συνεχείς προσπάθειες, να φορτωθεί το βάρος της ενοχής σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή ομάδες. Όμως, η εύρεση ενός αποδοπομπιαίου τράγου, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μια προσπάθεια εύρεσης και απόδοσης ευθυνών. Αντίθετα, αποτελεί μια προσπάθεια αποφυγής εύρεσης και απόδοσης ευθυνών. Έτσι, όποτε λειτουργεί αυτός ο ψυχικός μηχανισμός –ένας μηχανισμός άρνησης–, η ουσιαστική ευθύνη αποφεύγεται, δεν καταδεικνύεται. Με άλλα λόγια, είναι πάντα πιο εύκολο να φταίει κάποιος άλλος, και όχι εμείς.
Το χειρότερο, ψυχικά, που μπορεί να συμβεί σε μια καταστροφή, είναι η θυματοποίηση αυτών που την υπέστησαν. Το «θύμα», εννοιολογικά, αποτελεί ένα πρόσωπο που μένει παγιδευμένο από την εξωτερική συνθήκη, πετρωμένο στην κυριολεξία, στην ίδια θέση, χωρίς δυνατότητα κίνησης. Κάτι, που το μετατρέπει, από ένα άτομο με υποκειμενικότητα, σε ένα αντικείμενο μιας κοινωνικής πραγματικότητας.
Είναι φανερό ότι, στις μέρες μας, ο ελληνικός λαός υφίσταται μια ψυχοκοινωνική καταστροφή, με αφορμή την οικονομική κρίση. Πρόκειται για την ουσιαστική αδυναμία της κοινωνίας μας να διαχειριστεί αυτό που της συνέβη, στον βαθμό που επιμένει να αρνείται τις ευθύνες της. Ο πιο δύσκολος δρόμος, που οφείλουμε να διανύσουμε, σηματοδοτείται ψυχικά, από δύο παραμέτρους. Την προσπάθεια αποφυγής δημιουργίας αποδοπομπιαίων τράγων, δηλαδή την ανάληψη του μέρους της ευθύνης, η οποία μας αναλογεί, καθώς και την προσπάθεια αποφυγής της θυματοποίησης, που θα μας οδηγήσει στην απώλεια της όποιας δυνατότητάς μας για επανόρθωση. Δεν είναι εύκολο· από την άλλη, είναι ίσως η μόνη μας δυνατότητα για αντίδραση. Ο πιο σύντομος δρόμος για τον ψυχισμό μας, είναι να κατηγορήσουμε κάποιον, ως απόλυτα υπεύθυνο για το κακό, και να τον εξοστρακίσουμε. Να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας ως ανίδεα θύματα, που τους έτυχε μια συμφορά. Και να προστρέξουμε για βοήθεια σε ένα τρίτο πρόσωπο, που αυτομάτως θα βαφτίσουμε ως καλό, με την ελπίδα πως αυτό θα μας βγάλει από την άτυχη θέση.
Όμως, δυστυχώς ή ευτυχώς, το κακό βρίσκεται μέσα μας, και μόνο αν το αντιμετωπίσουμε, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά, έχουμε πιθανότητα να περάσουμε στο μονοπάτι της δημιουργίας – ανάπτυξης. Αλλιώς, όσα μέτρα και αν ληφθούν, τίποτε δεν θα αλλάξει.