Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Το Σημειωματάριο της Πανδώρας

__________________________________________________


Γιώργος Ρωμανός

Ο λόγος της σιωπής, και
ο άγγελος της σιωπής ως Άλλος

Σημείωμα 1
Ο λόγος της σιωπής

Μέσα στην απόλυτη σιωπή, είναι που ακούγονται αποτρόπαια και οι πιο μικροί θόρυβοι. Και, στην Ελλάδα, εδώ και δεκαετίες, πνιγήκαμε στη σιωπή των συνειδήσεων μιας πλειοψηφίας, που δημιουργήθηκε με δημαγωγία και δόλο και επικράτησε πολιτικά, με καθημερινά αλλά και ιστορικά ψεύδη. Και τώρα, παρά την αντίθεση, προφανώς των περισσοτέρων, ένας ολόκληρος λαός, βουβός, αιχμάλωτος, καθολικά ανάπηρος από τον ναρκισσιστικό ωφελιμισμό του, πορεύεται ως θύμα στην τελευταία πράξη του δράματος. Στη βέβαιη μελλοντική εθελοδουλία του και την καταστροφή, επί δικαίων και αδίκων –αδιακρίτως.
Ίσως, αν υπάρξει ακόμη και τώρα διαλογισμός επί ατομικών ευθυνών, πάνω στα εγκλήματα καθοσιώσεως που συντελέστηκαν, επί δεκαετίες, μπορεί να υπάρχει χρόνος για καθολική αντίσταση στο μοιραίο, με μαζική επανάσταση συνειδήσεων.
Αρκεί ο καθένας να αφουγκραστεί τη δική του σιωπή και να την μετατρέψει σε φωνή κρίσης, σε γλώσσα Νέας Συλλογικότητας. Και έτσι, να αποτινάξει την Κρίση, που του στερεί τη φωνή και τον βυθίζει σε μια θανατηφόρα απραξία.

Σημείωμα 2
Ο άγγελος της σιωπής ως Άλλος

Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε φιλοξενήθηκε στον πύργο του Ντουίνο, το 1912, από τη φίλη του Μαρία φον Θουρν και Τάξις. Εκεί, έγραψε τις Ελεγείες του Ντουίνο, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διαρρήξει τη σιωπή, να οικειώσει τις φωνές των «αγγέλων» και να τις αποδώσει με τη δική του φωνή. Αλλά όχι μόνον. Όλα αυτά θα αποπειραθεί να τα υλοποιήσει μέσα στο πλαίσιο των ιδεών του, απέναντι στην ενατένιση του θανάτου. Και τούτο, γιατί πίστευε ότι ο θάνατος δεν είναι το λυσιμελές τέλος μιας έμφοβης και αμήχανης ζωής, αλλά ο τόπος της μυστικής καταγωγής της. Η ανυπαρξία, που μεταλλάσσεται σε ζείδωρο νόημα, σε επιστρέφουσα ζωή. Κι αυτό, με πρωτοστάτη τον Ποιητή.
Θεμελιώδες ζήτημα στις Ελεγείες του Ντουίνο, είναι οι ένδον φωνές: «Φωνές, φωνές. Άκου καρδιά μου, όπως μόνο οι άγιοι άκουγαν». «Αφού οι μεγάλες, οι ξένες σκέψεις πηγαίνουν κι έρχονται εντός σου και μένουν συχνά και τη νύχτα.» Η νύχτα, με ό,τι αυτή συμβολίζει, για την απόλυτη σιωπή. Μια σιωπή που, κατά τον Ρίλκε, ανοίγει τον ενεργητικό δρόμο του ατόμου προς τον θάνατο, αντί για την παθητική, περιδεή αναμονή του φυσικού του τέλους.
Αλλά, ποιες είναι οι φωνές; Ποιοι είναι αυτοί οι άγγελοι; Ό ίδιος ο Ρίλκε, γράφει στον μεταφραστή του, Βίτολντ φον Χούλεβιτς, ότι οι άγγελοι δεν είναι αυτοί του χριστιανικού κόσμου, αλλά τα πλάσματα εκείνα που επιτελούν, ολοκληρώνουν ή τελειοποιούν το ορατό σε αόρατο. Εννοείται, ότι στον ιδεαλιστικό αγώνα της μετατροπής του ορατού σε αόρατο, πρώτος στην προσπάθεια, όπως προαναφέρθηκε, είναι ο Ποιητής. Και τελικά, με τη βοήθεια αυτών των αγγέλων, το αόρατο καθίσταται μία Άλλη πραγματικότητα, μια ανώτερη πραγματικότητα.
Μέχρι τώρα, σε σχετικές κριτικές, για τις Ελεγείες, διαβάζει κανείς θεματολογικές ή κοινωνιολογικές προσεγγίσεις – αναλύσεις, σε όσα θέτει ποιητικά ο Ρίλκε. Κι αυτό συμβαίνει, γιατί η Κριτική στη χώρα μας έχει ξεκόψει, εδώ δεκαετίες, από την κριτική αξιολόγηση της ποίησης (αλλά, και συνολικά της λογοτεχνίας), που γίνεται με όρους ελέγχου τέχνης, αισθητικής, τεχνικής, μέσων, τρόπων και ποιητικής, εκτός από την, αυτονόητα αναγκαία, νοηματική προσέγγιση. Αντίθετα, αυτό που κυριαρχεί στο σύνολο της σύγχρονης Κριτικής, είναι η ερμηνευτική απόδοση του θέματος και η δήθεν κοινωνική ‘‘φιλοσοφία’’ επ’ αυτού.
Γρήγορα αντιλαμβάνεται κανείς ότι θα ήταν πολύ ενδιαφέρον το να υπάρξει αξιολογικός κριτικός λόγος, που να βασίζεται, (πέραν της κοινωνιολογικής προσέγγισης) σε ευδιάκριτα, ομολογημένα και αυταπόδεικτα αισθητικά κριτήρια, αλλά και στη θεωρία της Αφηγηματολογίας. Έτσι, θα μπορεί να υπάρξει αποτίμηση, για τις τεχνικές, τα εκφραστικά μέσα και τους τρόπους γραφής ενός λογοτεχνικού έργου. Όμως, για να γίνουν αυτά απαιτείται κόπος, μόρφωση και κυρίως ανιδιοτελές ξόδεμα χρόνου. Χρόνου, που δεν θα είναι, έως και άμεσα, εξαγοράσιμος από δημόσιες σχέσεις, αφειδώς ανταποδοτικές, με «νοηματικές βιβλιοπαρουσιάσεις» ή θεματολογικές κοινωνιολογικές αναλύσεις – σεντόνια, που μετά την ανάγνωσή τους, αφήνουν τον αναγνώστη εντελώς στο σκοτάδι.
Αλλά, ας εξετάσουμε μόνο τρεις, αμιγώς αφηγηματικές, κριτικές παραμέτρους, αυτές του αφηγητή, της όποιας άλλης περσόνας και της γλώσσας. Έτσι, ας υποθέσουμε προς στιγμή, αυτό που κάποιες από τις κοινωνιολογικές αναλύσεις εξετάζουν, ότι δηλαδή, στις Ελεγείες, ο Ρίλκε μπορεί να θέτει τον αφηγητή του στο επέκεινα, έξω από τα όρια της απτής πραγματικότητας της ζωής του και ταυτόχρονα να διαλέγεται μαζί του. Δυστυχώς (…) αυτό, αφηγηματολογικά, είναι αδύνατον.
Είναι γνωστό ότι, τόσο στον Όμηρο (η μούσα) όσο και στον Πλάτωνα (περί μίμησης), ο αφηγητής είναι μια περσόνα, δημιουργημένη από τον συγγραφέα, που μιλά είτε για λογαριασμό της είτε εκ μέρους ενός άλλου μυθοπλασμένου προσώπου. Και βέβαια, οι περσόνες αυτές βρίσκονται απολύτως μέσα στο σύμπαν του μυαλού του δημιουργού και σε κανένα άλλο σύμπαν, κόσμο ή επέκεινα. Μυθοπλασμένα «πρόσωπα», στην περίπτωση, είναι οι άγγελοι και οι φωνές.
Είναι επίσης σαφές ότι, πουθενά στην τέχνη, δεν υπάρχει μονόλογος, ακόμη και όταν ο ποιητής έχει την αίσθηση ότι μιλάει «εις εαυτόν». Και τότε πρόκειται περί διαλόγου. Γιατί, μέσα στο συγγραφικό σύμπαν, στην οθόνη του μυαλού του συγγραφέα, συνομιλούν οι περσόνες, που έπλασε, με τους Άλλους, αυτούς που υποστασιοποιούν την κοινωνία στο εγώ του. Το ζεύγμα εγώ – ο Άλλος, δεν είναι κάτι το καινούργιο. Ούτε και το ότι κάθε άτομο συναποτελείται από το εγώ του και συμπληρώνεται, ετεροπροσδιορίζεται και από το εγώ των Άλλων. Έτσι, αν θεωρήσουμε ότι τα πράγματα μπορούν να παρουσιαστούν γραμμικά…, το πρώτο δημιούργημα του συγγραφέα, προκειμένου να ξεκινήσουν όλα σε μια αφήγηση, είναι η επινόηση της περσόνας του αφηγητή. Και, το αμέσως επόμενο είναι η περσόνα ή οι περσόνες, που δημιουργεί ο συγγραφέας από το ενδιάθετο σ’ αυτόν ζεύγμα, εγώ – ο Άλλος. Να λοιπόν οι, τουλάχιστον δύο, θεμελιώδεις αφηγηματικές φωνές μέσα στο συγγραφικό σύμπαν. Συνεπώς, οι άγγελοι, του Ρίλκε, δεν είναι παρά οι Άλλοι εντός του ή οι περσόνες με τις οποίες επιθυμεί να διαρρήξει το αδιάρρηκτο, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να υλοποιήσει το άυλο.
Από πλευράς γλώσσας, στις Ελεγείες, η προσπάθεια να καταστεί φθόγγος το άφατο, δεν αντιπροσωπεύει παρά ό,τι και όσα πάντοτε διαφεύγουν από τον συγγραφέα – ποιητή. Είναι τα μη κατορθωμένα, στη γλώσσα όλων των έργων. Η ανεκπλήρωτη γλώσσα του ποιήματος. Αυτό που θα ονόμαζα: ‘‘νεκρές’’ γωνίες της γλωσσικής όρασης.
Πρέπει να συνηθίζουμε σιγά σιγά, στον 21ο αιώνα ζούμε, στην ιδέα ότι δεν είναι όλα υλοποιήσιμα, σ’ αυτόν τον υλικό κόσμο, μιας περίπου προσδι­ορισμένης πραγματικότητας, που μας περιβάλλει. Ο κόσμος των οραμάτων, των προφητειών και της ενόρασης, ο μυστικισμός και η κάθε εκστατική εμπειρία δεν υποστασιοποιούνται μέσα από το πεπερασμένο σύστημα μιας γλώσσας, παρά μόνο μέχρις εκεί όπου τα όρια αυτού του συστήματος επαρκούν και φτάνουν.
Κι αυτό συμβαίνει κάθε φορά που έχουμε να κάνουμε, όπως με τους αγγέλους του Ρίλκε, με μια εμπειρία άκρως προσωπική, ατομική, η οποία μεταδίδεται μέσα από περσόνες και με ένα π ε ρ ι ο ρ ι σ μ έ ν ο εκφραστικό σύστημα. Και τούτο, γιατί η ενορατική γλώσσα είναι η γλώσσα του άφατου, του αντικειμενικά και γραπτώς μη μεταδόσιμου στην υλιστική πραγματικότητα που ζούμε. Το ίδιο και ο διαλογισμός.
Ο γραπτός λόγος, ακόμη και στην ποιητική τελείωσή του, δεν είναι παρά η διαρκής άσκηση, το χαράκωμα διαρκούς πολέμου με τα νοήματα και, στην καλύτερη περίπτωση, η σκάλα που οδηγεί μέχρι το κατώφλι του άφατου κόσμου ή και του επέκεινα. Αλλά, υποθέτω ότι, ακόμη κι αν κάποιος επέστρεφε από αυτόν τον κόσμο, δεν θα μπορούσε να τον περιγράψει, να τον μεταδώσει. Γιατί, αφορά σε μία απολύτως ασύλληπτη, οντολογικά, «πραγματικότητα» και η αντιστοιχούσα σε αυτήν την «πραγματικότητα», αφήγησή της θα έπρεπε να γίνει με μια παντελώς άγνωστη, πιθανώς καθαρά νοητική «γλώσσα» κάποιων κυμάτων (;), που αυτόματα θα καθιστούσε περιττό κάθε γνωστό έως τώρα είδος προφορικού ή γραπτού λόγου. Και φυσικά, την ποίηση όπως την ξέρουμε μέχρι σήμερα.
Και κάτι τέτοιο, υποθέτω πως δεν είμαστε έτοιμοι να το δεχτούμε, τη στιγμή που, ακόμη, κινούμαστε λατρευτικά απέναντι σε ποιητές, σαν τον Ρίλκε και σε έργα, όπως οι Ελεγείες